The obligation to submit tax declaration of property status

Η υποχρέωση υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης

Ο Νόμος 3213/2003, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν. 4281/2014 και ισχύει, προβλέπει την δήλωση και τον έλεγχο της περιουσιακής κατάστασης μεταξύ άλλων βουλευτών, δημόσιων λειτουργών και υπαλλήλων, ιδιοκτητών μέσων μαζικής ενημέρωσης, καθώς και προσώπων που συμμετέχουν σε ή διοικούν ελληνικές επιχειρήσεις οι οποίες συνάπτουν δημόσιες συμβάσεις.

 

Α. Πρόσωπα υπόχρεα προς υποβολή δήλωσης

Σύμφωνα με τον Ν. 3213/2003 (άρθρο 1, παρ. 1, περιπτ. λθ), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 222 Ν. 4281/2014 και σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 253 του ιδίου νόμου, από 1/1/2015 υποχρέωση υποβολής δήλωσης της περιουσιακής τους κατάστασης (των ιδίων, των συζύγων τους και των ανήλικων τέκνων τους) έχουν ο ιδιοκτήτης, οι εταίροι, οι βασικοί μέτοχοι, τα εκτελεστικά μέλη οργάνου διοίκησης και τα διευθυντικά στελέχη ελληνικών επιχειρήσεων που συνάπτουν δημόσιες συμβάσεις, εφόσον το αντικείμενο τους υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ ανά διαγωνισμό, στην περίπτωση των δημόσιων διαγωνισμών, και το ποσό των 300.000 ευρώ, για συμβάσεις δημοσίων έργων που διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 1418/1984 και του ΠΔ 609/1985 (τεχνικά/κατασκευαστικά έργα υποδομής).

 

Β. Έννοια δημόσιας σύμβασης

Στον N. 3213/2003 δεν υπάρχει ορισμός της έννοιας των δημόσιων συμβάσεων. Σύμφωνα με την θεωρία που ακολουθείται στην Ελλάδα, η οποία υιοθετεί το λεγόμενο οργανικό κριτήριο, στο χώρο του δημόσιου δικαίου εντάσσονται μόνο εκείνες οι συμβάσεις, στις οποίες ο ένας συμβαλλόμενος είναι το Κράτος υπό στενή έννοια (λ.χ. Υπουργεία, Γενικές και Ειδικές Γραμματείες, Γενικές Διευθύνσεις), οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης, καθώς και λοιπά Νομικά Πρόσωπα Δημόσιου Δικαίου, και ο άλλος συμβαλλόμενος είναι ένας ιδιώτης, ο οποίος βάσει των συμβατικών όρων βρίσκεται σε μειονεκτικότερη θέση έναντι του Δημοσίου. Εφόσον πληρούνται αυτές οι προϋποθέσεις και, επιπλέον, η σύμβαση εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό, τότε γίνεται λόγος για «διοικητική σύμβαση», η οποία υπάγεται στο δημόσιο δίκαιο και διέπεται από τους κανόνες αυτού.

Στην περίπτωση ωστόσο που ο ένας συμβαλλόμενος είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, ακόμα κι αν αυτό ελέγχεται από το Δημόσιο (λ.χ. το τελευταίο ορίζει τη διοίκηση του νομικού προσώπου ή το χρηματοδοτεί σε ποσοστό άνω του 50%), και ο άλλος συμβαλλόμενος είναι ιδιώτης, τότε, πάλι σύμφωνα με την παραδοσιακή διδασκαλία, η σύμβαση αυτή δεν θεωρείται «διοικητική», ακόμα και αν εξυπηρετείται με αυτήν δημόσιος σκοπός, αλλά σύμβαση ιδιωτικού δικαίου, η οποία διέπεται κατ’ αρχήν από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα.

Εντούτοις, εάν εξετάσουμε το ζήτημα της έννοιας της δημόσιας σύμβασης από την σκοπιά του ενωσιακού (κοινοτικού) δικαίου, παρατηρούμε ότι ακολουθείται διαφορετική προσέγγιση. Πράγματι, η «δημόσια σύμβαση» δεν απαντάται καθ’ εαυτή σε καμία εθνική έννομη τάξη. Ο όρος «δημόσια σύμβαση» έχει ενωσιακή  προέλευση και, εντελώς σχηματικά, περικλείει κάθε σύμβαση, η οποία συνάπτεται μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών φορέων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης με αντικείμενο την κατασκευή ενός έργου ή την παροχή μίας υπηρεσίας ή της εκτέλεση μιας προμήθειας, η αξία των οποίων υπερβαίνει ένα συγκεκριμένο κατώτατο χρηματικό όριο, και στο πλαίσιο της οποίας πρόκειται να επακολουθήσει διακίνηση δημόσιου χρήματος.

Αν εξετάσουμε εγγύτερα τον ορισμό της δημόσιας σύμβασης, όπως αυτός περιλαμβάνεται στις εκάστοτε ισχύουσες οδηγίες, οι οποίες ενσωματώθηκαν στο ελληνικό δίκαιο, προκύπτουν τα εξής:

Από τον συνδυασμό των καταργηθεισών διατάξεων του ΠΔ 60/2007[1] και Ν. 4281/2014[2] και του ισχύοντος Ν. 4412/2016[3], ως δημόσιες συμβάσεις νοούνται οι συμβάσεις εξ επαχθούς αιτίας οι οποίες συνάπτονται γραπτώς μεταξύ ενός ή περισσότερων οικονομικών φορέων και μιας ή ενός ή περισσότερων αναθετουσών αρχών/αναθετόντων φορέων, αντίστοιχα, και έχουν ως αντικείμενο την εκτέλεση έργων, την προμήθεια αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών.

Ως αναθέτουσες αρχές νοούνται το κράτος, οι αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης και οι οργανισμοί δημοσίου δικαίου. Ως οργανισμός δε δημοσίου δικαίου νοείται κάθε οργανισμός ο οποίος: α) έχει συσταθεί για το συγκεκριμένο σκοπό της κάλυψης αναγκών γενικού συμφέροντος, που δεν έχουν βιομηχανικό ή εμπορικό χαρακτήρα, β) έχει νομική προσωπικότητα και γ) χρηματοδοτείται, κατά το μεγαλύτερο μέρος, από τις κρατικές αρχές, τις αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου ή η διαχείρισή του υπόκειται σε έλεγχο ασκούμενο από τους οργανισμούς αυτούς ή έχει διοικητικό, διευθυντικό ή εποπτικό συμβούλιο, του οποίου περισσότερο από το ήμισυ των μελών διορίζεται από τις κρατικές αρχές, τις αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης ή από άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου.

Τέλος, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 3310/2005[4], λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι με το άρθρο 8 παρ. 5 του Νόμου αυτού προβλέφθηκε διάταξη με παρόμοιο περιεχόμενο με αυτή του άρθρου 222 παρ. 1 περιπτ. λθ. του Ν. 4281/2014 (με την οποία τροποποιήθηκε ο Ν. 3213/2002), ως δημόσιες συμβάσεις νοούνται οι συμβάσεις εκτέλεσης έργου ή προμήθειας ή παροχής υπηρεσιών ή μελετών που συνάπτονται μεταξύ αφ’ ενός φυσικών προσώπων ή νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου και αφ’ ετέρου του Δημοσίου ή άλλων νομικών προσώπων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, το δε οικονομικό τους αντικείμενο ή αντάλλαγμα είναι ανώτερο του ποσού του ενός εκατομμυρίου (1.000.000,00) ευρώ, ανεξαρτήτως εάν το οικονομικό τους αντικείμενο ή αντάλλαγμα συνεπάγεται ή όχι δαπάνη για την Αναθέτουσα Αρχή.

Ως «ευρύτερος δημόσιος τομέας» νοούνται δε μεταξύ άλλων «α) τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου τα οποία είτε υπάγονται στο άρθρο 1 του Ν. 2414/1996 (Δ.Ε.Κ.Ο.) είτε η διοίκησή τους διορίζεται από το Δημόσιο, εξαιρουμένων των νομικών προσώπων που είναι εισηγμένα στο Χρηματιστήριο Αθηνών και των οποίων η πλειοψηφία των μετοχών δεν ανήκει στο Δημόσιο ή σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, β) οι τράπεζες, στις οποίες ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου ή ο διοικητής ή ο διευθύνων σύμβουλός τους διορίζονται ύστερα από τη διατύπωση γνώμης της Βουλής, σύμφωνα με το άρθρο 49Α του Κανονισμού της, γ) τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, στα οποία το Δημόσιο συμμετέχει σε ποσοστό τουλάχιστον πενήντα τοις εκατό (50%) του μετοχικού τους κεφαλαίου ή επιχορηγούνται, τακτικώς ή εκτάκτως, από αυτό και η επιχορήγηση αυτή υπερβαίνει το πενήντα τοις εκατό (50%) των ετήσιων εσόδων τους κατά το εκάστοτε προηγούμενο έτος, καθώς και οι ενώσεις προσώπων που επιχορηγούνται, τακτικώς ή εκτάκτως, από το Δημόσιο και η επιχορήγηση υπερβαίνει το ανωτέρω ποσοστό, δ) τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που ιδρύονται από το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄ έως γ΄ της παρούσας παραγράφου και αποτελούν συνδεδεμένη με αυτά εταιρεία κατά την έννοια του άρθρου 42Ε του Κ.Ν. 2190/1920, καθώς και οι συνδεδεμένες με τις εταιρείες αυτές άλλες εταιρείες».

Παρατηρείται λοιπόν ότι ο ορισμός της «δημόσιας σύμβασης» στο ενωσιακό δίκαιο και στον Ν. 3310/2005 είναι ευρύτερος της διάκρισης που ακολουθείται από την ελληνική θεωρία. Λαμβάνοντας επιπλέον υπόψη την έλλειψη ορισμού στον Ν. 3213/2003 της έννοιας της δημόσιας σύμβασης, θα ήταν ασφαλέστερο να γίνει δεκτό ότι για τους σκοπούς του Ν. 3213/2003 ως δημόσια σύμβαση νοείται η σύμβαση εκτέλεσης έργου ή προμήθειας ή παροχής υπηρεσιών ή μελετών που συνάπτεται μεταξύ αφ’ ενός φυσικών προσώπων ή νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου και αφ’ ετέρου του Δημοσίου ή άλλων νομικών προσώπων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, στα οποία περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ΔΕΚΟ, οι αναπτυξιακές εταιρείες των ΟΤΑ, ο ΕΟΤ, το ΤΕΕ κα.

Όσον αφορά δε ειδικότερα τις αναπτυξιακές εταιρείας των ΟΤΑ, θα πρέπει να παρατηρηθεί ότι οι εν λόγω ανώνυμες αναπτυξιακές εταιρείες, καίτοι νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, μπορούν να αποτελέσουν αναθέτουσα αρχή κατά τα ανωτέρω, καθώς α) έχουν συσταθεί με σκοπό την κάλυψη αναγκών γενικού συμφέροντος, ήτοι αποσκοπούν στην παροχή επιστημονικής και τεχνικής υποστήριξης και γενικότερα στην βιώσιμη ανάπτυξη των ΟΤΑ, β) έχουν νομική προσωπική προσωπικότητα (ΑΕ) και γ) ΟΤΑ (Περιφέρειες κλπ.) και λοιποί φορείς τοπικής αυτοδιοίκησης κατέχουν την πλειοψηφία του μετοχικού τους κεφαλαίου.

 

Γ. Υποχρέωση υποβολής Δήλωσης Οικονομικών Συμφερόντων

Σύμφωνα με το άρθρο 229 του Ν. 4281/2014, οι υπόχρεοι σε δήλωση περιουσιακής κατάστασης κατά το Ν. 3213/2003, εκτός από την ετήσια δήλωση, πρέπει μέσα στην ίδια προθεσμία και βάσει της ίδιας διαδικασίας να υποβάλλουν και δήλωση οικονομικών συμφερόντων των ιδίων και των συζύγων τους, η οποία περιλαμβάνει: α) τις επαγγελματικές τους δραστηριότητες, β) τη συμμετοχή τους στη διοίκηση πάσης φύσεως νομικών προσώπων και εταιριών, ενώσεων προσώπων και μη κυβερνητικών οργανώσεων, γ) οποιαδήποτε αμειβόμενη τακτική δραστηριότητα που αναλαμβάνουν παράλληλα, με την άσκηση των καθηκόντων τους είτε ως υπάλληλοι είτε ως αυτοαπασχολούμενοι, δ) οποιαδήποτε αμειβόμενη περιστασιακή δραστηριότητα, που αναλαμβάνουν παράλληλα με την άσκηση των καθηκόντων τους, εάν η συνολική αμοιβή υπερβαίνει τις 5.000 ευρώ ανά ημερολογιακό έτος, ε) τη συμμετοχή σε εταιρεία ή κοινοπραξία, όταν αυτή η συμμετοχή ενδέχεται να έχει επιπτώσεις στη δημόσια πολιτική ή όταν δίνει στον υπόχρεο τη δυνατότητα σημαντικής επιρροής επί υποθέσεων της εν λόγω εταιρείας ή σύμπραξης, στ) για την περίπτωση προσώπων που υπηρετούν σε αιρετή δημόσια θέση, οποιαδήποτε οικονομική υποστήριξη από τρίτους, που χορηγείται σε συνάρτηση με τη δημόσια δραστηριότητά τους, εάν η συνολική αξία υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ, ζ) οποιαδήποτε συγκεκριμένα οικονομικά συμφέροντα που προκάλεσαν άμεση ή δυνητική σύγκρουση συμφερόντων σε σχέση με τα καθήκοντά τους.

 

Δ. Διαδικασία υποβολής και περιεχόμενο Δήλωσης Περιουσιακής Κατάστασης

 

Τη διαδικασία υποβολής της Δήλωσης Περιουσιακής Κατάστασης (ΔΠΚ) από όλους τους υπόχρεους περιγράφει η με αρ. 1846/2016 κοινή απόφαση των υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’ 3300/13-10-2016).

Όπως προκύπτει από την ΚΥΑ, οι υπόχρεοι θα μπορούν με ηλεκτρονικό τρόπο να μεταφέρουν τα στοιχεία της φορολογικής τους δήλωσης στη Δήλωση Περιουσιακής Κατάστασης, όπως και τα στοιχεία των ακινήτων τους από το Ε9. Η υποβολή των δηλώσεων, θα γίνεται ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα www.pothen.gr.

Στη Δήλωση Περιουσιακής Κατάστασης θα πρέπει να δηλωθούν, εκτός από τα ετήσια εισοδήματα, τα ακίνητα, τα μεταφορικά μέσα και τα μηχανήματα έργου,  οι συμμετοχές σε επιχειρήσεις, και τα μετρητά που βρίσκονται εκτός τραπεζικού συστήματος εάν υπερβαίνουν τα 15.000 ευρώ, τα κινητά περιουσιακά στοιχεία εφόσον η αξία τους υπερβαίνει τα 30.000 ευρώ, η τυχόν μίσθωση τραπεζικών θυρίδων, τυχόν δανειακές υποχρεώσεις, όπως και μετοχές, ομόλογα, παράγωγα και τραπεζικές καταθέσεις.

Η διαδικασία υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης, σύμφωνα με την ΚΥΑ είναι η ακόλουθη:

Ο υπόχρεος υποβολής ΔΠΚ απαιτείται να είναι ενεργός χρήστης των υπηρεσιών του TAXISnet, προκειμένου να υποβάλει τη δήλωση αποκλειστικά ηλεκτρονικά μέσω ενιαίας διαδικτυακής εφαρμογής. Η ΔΠΚ υποβάλλεται από τον υπόχρεο και αφορά την περιουσιακή κατάστασή του, καθώς και του/της συζύγου και των ανήλικων τέκνων του. Υποχρέωση υποβολής δήλωσης υφίσταται και στην περίπτωση που δεν έχει μεταβληθεί η περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου από την προηγούμενη ΔΠΚ.

Η ταυτοποίηση υπόχρεου και συζύγου από την εφαρμογή ηλεκτρονικής υποβολής ΔΠΚ, γίνεται με τη χρήση των προσωπικών κωδικών στο TAXISnet. Διακριτούς προσωπικούς κωδικούς TAXISnet πρέπει να έχουν τόσο ο υπόχρεος, όσο και ο/η σύζυγός, προκειμένου να καταστεί δυνατή η υποχρεωτική έγκριση των περιουσιακών στοιχείων, που δηλώθηκαν από τον υπόχρεο και αφορούν τον/την σύζυγο και τα ανήλικα τέκνα. Η αίτηση για τη χορήγηση και η διαχείριση των κωδικών αυτών, γίνεται αποκλειστικά μέσω του συστήματος TAXISnet.

Η αρχική δήλωση περιλαμβάνει τα υφιστάμενα στην ημεδαπή και την αλλοδαπή κατά τον χρόνο υποβολής της περιουσιακά στοιχεία, καθώς και την αξία κτήσης τους, εφόσον είναι διαθέσιμη. Η ετήσια ΔΠΚ περιέχει τα υφιστάμενα περιουσιακά στοιχεία κατά την 31η Δεκεμβρίου του έτους, το οποίο αφορά η δήλωση, στην ημεδαπή και την αλλοδαπή, καθώς και την αξία κτήσης τους, εφόσον είναι διαθέσιμη.

Σε περίπτωση απόκτησης νέου περιουσιακού στοιχείου κατά τη χρήση, που αφορά η δήλωση, δηλώνονται υποχρεωτικώς ο τρόπος απόκτησης, το ύψος της σχετικής δαπάνης (καταβληθέν τίμημα), καθώς και αναλυτική παράθεση της πηγής προέλευσης των σχετικών πόρων. Σε περίπτωση εκποίησης περιουσιακού στοιχείου, που είχε δηλωθεί σε προηγούμενη δήλωση του υπόχρεου, δηλώνεται το εισπραχθέν τίμημα. Ειδικά σε περίπτωση απόκτησης νέου εμπράγματου δικαιώματος επί ακινήτου ή εκποίησης εμπράγματου δικαιώματος επί ακινήτου, που έχει δηλωθεί σε προηγούμενες δηλώσεις του υπόχρεου, δηλώνονται και τα στοιχεία του συμβολαίου απόκτησης ή εκποίησης.

 

Ε. Προθεσμία υποβολής

Η δήλωση «πόθεν έσχες», σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναφέρονται στο άρθρο 2 του Ν. 3213/2003, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 223 του Ν. 4281/2014,  θα πρέπει να περιλαμβάνει λεπτομερώς τα υφιστάμενα κατά τις 31 Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους περιουσιακά στοιχεία στην ημεδαπή και στην αλλοδαπή.

Ειδικότερα όμως, η αρχική δήλωση (εφόσον δηλαδή δεν έχει κατατεθεί κατά το παρελθόν άλλη δήλωση) θα πρέπει να περιλαμβάνει τα υφιστάμενα κατά το χρόνο της υποβολής της στοιχεία.

Σύμφωνα δε με την παράγραφο 2 του άρθρου 1 του Ν. 3213/2003, η δήλωση της παραγράφου 1 υποβάλλεται από τους υπόχρεους μέσα σε ενενήντα (90) ημέρες από την απόκτηση της ιδιότητας τους (αρχική δήλωση). Τα μετέπειτα έτη, η δήλωση υποβάλλεται κάθε χρόνο κατά το διάστημα της θητείας, της άσκησης της δραστηριότητας ή της διατήρησης της ιδιότητας των υπόχρεων και για ένα (1) έτος, ειδικά δε για τους υπόχρεους των περιπτώσεων α’ έως ε’ της παραγράφου 1 για τρία (3) έτη, μετά από την απώλεια ή τη λήξη της, και το αργότερο τρεις (3) μήνες μετά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος. Κατ’ εξαίρεση και ειδικώς για την υποβολή των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης και των δηλώσεων οικονομικών συμφερόντων του έτους 2016 (χρήση 2015) η προθεσμία υποβολής παρατάθηκε αρχικά για τις 15 Ιανουαρίου 2017 και εκ νέου για τις 15 Μαρτίου 2017.

 

ΣΤ. Συνέπειες από την παράλειψη ή την υποβολή ελλιπούς ή ανακριβούς δήλωσης

Αν διαπιστωθεί σε οποιονδήποτε έλεγχο, ότι ο φορολογούμενος δεν υπέβαλε, ως όφειλε, δήλωση περιουσιακής κατάστασης, θα κληθεί να την υποβάλλει εκπρόθεσμα και να εξηγήσει γραπτώς τους λόγους μη υποβολής της. Παράλληλα, εκδίδεται εισαγγελική παραγγελία για διενέργεια ελέγχου από τις αρμόδιες αρχές προκειμένου να διαπιστωθεί εάν υπήρξε προσαύξηση περιουσίας του ελεγχόμενου, η οποία και δεν συμπεριλήφθηκε σκοπίμως στην δήλωση περιουσιακής κατάστασης.  Ο συνηθέστερες τρόπος ελέγχου των περιπτώσεων αυτών είναι ο έλεγχος με άνοιγμα των τραπεζικών λογαριασμών του υπόχρεου.

Αναφορικά με τις ποινές και τα πρόστιμα που δύναται να επιβληθούν λόγω της παράλειψης υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης, σύμφωνα με το άρθρο 6 ν. 3213/2003, υπόχρεος σε δήλωση που παραλείπει να υποβάλει δήλωση ή υποβάλλει ανακριβή ή ελλιπή δήλωση τιμωρείται με φυλάκιση και με χρηματική ποινή έως 100.000 ευρώ. Σε περίπτωση που ο υπόχρεος τελεί το αδίκημα με σκοπό την απόκρυψη περιουσιακού στοιχείου που απέκτησε επωφελούμενος της ιδιότητας του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον 2 ετών και με χρηματική ποινή από 10.000 ευρώ έως 500.000 ευρώ.

Περαιτέρω, ο υπόχρεος σε δήλωση που παραλείπει να υποβάλει δήλωση ή υποβάλλει ανακριβή ή ελλιπή δήλωση τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι 10 έτη και με χρηματική ποινή από 20.000 ευρώ έως 1.000.000 ευρώ, αν η συνολική αξία της αποκρυπτόμενης περιουσίας του ιδίου και των λοιπών προσώπων για τα οποία αυτός οφείλει να υποβάλει δήλωση υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 300.000 χιλιάδων ευρώ, ανεξαρτήτως αν η απόκρυψη επιχειρείται με τη μη υποβολή δήλωσης ή την υποβολή ελλιπούς ή ανακριβούς δήλωσης.

Εάν ωστόσο η παράλειψη υποβολής δήλωσης ή η ανακρίβεια αυτής τελέστηκαν από αμέλεια, επιβάλλεται μόνο χρηματική ποινή. Το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα όλες τις περιστάσεις, μπορεί να κρίνει τις πράξεις αυτές ατιμώρητες.

Τέλος, στον υπαίτιο των ανωτέρω αδικημάτων επιβάλλεται και αποστέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων από 1 έως 5 έτη, αν η ποινή είναι φυλάκιση, και από 2 έως 10 έτη, αν η ποινή είναι κάθειρξη.

[1] Προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας στις διατάξεις της Οδηγίας 2004/18/ΕΚ «περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών», όπως τροποποιήθηκε με την Οδηγία 2005/51/ΕΚ της Επιτροπής και την Οδηγία 2005/75/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Νοεμβρίου 2005.

[2] Μέτρα στήριξης και ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, οργανωτικά θέματα Υπουργείου Οικονομικών και άλλες διατάξεις

[3] Δημόσιες Συμβάσεις Έργων, Προμηθειών και Υπηρεσιών (προσαρμογή στις Οδηγίες 2014/24/ΕΕ και 2014/25/ΕΕ).

[4] Μέτρα για τη διασφάλιση της διαφάνειας και την αποτροπή καταστρατηγήσεων κατά τη διαδικασία σύναψης δημοσίων συμβάσεων.

 


 

Έκδοση εταιρικών μεριδίων υπέρ το άρτιο στην Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία (ΙΚΕ)

Α. Έννοια και λειτουργία έκδοσης μετοχών/εταιρικών μεριδίων υπέρ το άρτιο

Μια εταιρεία εκδίδει τις μετοχές ή τα εταιρικά μερίδια της υπέρ το άρτιο (shares at a premium ή shares above par) όταν η τιμή στην οποία πωλεί τις μετοχές είναι υψηλότερη της ονομαστικής τους αξίας (par ή nominal value).  Η διαφορά αυτή ανάμεσα στην ονομαστική και την αγοραία αξία των μετοχών ονομάζεται υπέρ το άρτιο διαφορά (premium amount). Σημειώνεται ότι ο νόμος απαγορεύει την έκδοση μετοχών σε τιμή κατώτερη της ονομαστικής τους αξίας.

Με την έκδοση λοιπόν μετοχών υπέρ το άρτιο με τη διαδικασία της αύξησης κεφαλαίου, μια εταιρεία δύναται να λαμβάνει ποσό πέραν της ονομαστικής αξίας της μετοχής, κεφαλαιοποιώντας με τον τρόπο αυτό την άυλη αξία της εταιρείας, την ύπαρξη αποθεματικών και την ικανότητα της επιχείρησης να παράγει κέρδη.

Σημειώνεται ότι, όσον αφορά τη φύση της υπέρ το άρτιο διαφοράς, υποστηρίζεται ότι η διαφορά από την έκδοση μετοχών πάνω από το άρτιο εξομοιώνεται πλήρως με το μετοχικό κεφάλαιο και εμφανίζεται σε ιδιαίτερο λογαριασμό στο παθητικό του ισολογισμού και απεικονίζει μαζί με τον λογαριασμό μετοχικού κεφαλαίου τα κεφάλαια που κατέβαλαν οι μέτοχοι[1].

Σύμφωνα δε με την νομολογία, η διαφορά από έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο δεν είναι αποθεματικό, γιατί δεν προέρχεται από μη διανεμηθέντα κέρδη από τα οποία και μόνο δύναται να δημιουργηθούν πραγματικά αποθεματικά, αλλά προέρχεται από καταβολές των μετόχων και είναι συμπληρωματικό μετοχικό κεφάλαιο και για το λόγο αυτό καταχωρείται στο ΓΛΣ στον Λογαριασμό 41 με τίτλο «Αποθεματικά». Επομένως, η διαφορά υπέρ το άρτιο παρά την «κατάταξη» αυτή έχει διαφορετική φύση και προέλευση από τα κοινά αποθεματικά[2]. Για τον λόγο αυτό το ποσό που προέρχεται από την διαφορά αυτή άγεται σε πίστωση του λογαριασμού «Αποθεματικό από έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο», που αποτελεί ειδικό αποθεματικό σαφώς διαχωριζόμενο από τα αποθεματικά που προέρχονται από καθαρά κέρδη της εταιρείας[3].

Το ποσό του ειδικού αυτού αποθεματικού  είναι δυνατόν να επιστραφεί στους μετόχους ή να διατεθεί προς κάλυψη ζημιών ή για αύξηση κεφαλαίου ή για έκδοση ομολογιακού δανείου ή προνομιούχων μετοχών, και εν γένει δύναται να χρησιμοποιείται ελεύθερα.[4] Μόνος περιορισμός που θέτει ο Ν. 2190/1920 είναι η απαγόρευση της διάθεσης της υπέρ το άρτιο διαφοράς για την καταβολή μερισμάτων στους μετόχους ή ποσοστών στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου.

Τέλος, σημειώνεται ότι η καταβολή της υπέρ το άρτιο διαφοράς πρέπει να γίνει εφάπαξ κατά τη καταβολή της πρώτης δόσης του μετοχικού κεφαλαίου.

 

Β. Φορολογική αντιμετώπιση

Όσον αφορά την φορολογική αντιμετώπιση της υπέρ το άρτιο διαφοράς, θεωρήθηκε αρχικά ότι η υπέρ το άρτιο διαφορά είναι εισφορά που αυξάνει το ενεργητικό της ΑΕ, ο εισφέρων όμως δεν αποκτά δικαιώματα ψήφου, συνεπώς το ποσό της σχετικής διαφοράς δεν υπάγεται κατά το χρόνο καταβολής της σε φόρο συγκέντρωσης κεφαλαίου. Εφόσον γίνει κεφαλαιοποίηση της ανωτέρω διαφοράς, οφείλεται φόρος.[5]

Την εν λόγω άποψη υιοθετεί και το ΣΤΕ, το οποίο έκρινε ότι «η διαφορά αυτή δεν υπάγεται σε φόρο συγκέντρωσης κεφαλαίου κατά τον χρόνο της καταβολής της, γιατί κατά το χρόνο εκείνο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των ανωτέρω διατάξεων, αφού ο εισφέρων δεν αποκτά δικαιώματα ίδιας φύσης με εκείνα που έχουν οι εταίροι, όπως δικαιώματα ψήφου κλπ. Κατά την κεφαλαιοποίηση, όμως, της διαφοράς αυτής συντρέχουν πλέον οι ανωτέρω προϋποθέσεις.»[6]

Ωστόσο, σύμφωνα με πρόσφατη γνωμοδότηση του ΝΣΚ, η οποία έγινε δεκτή από τον Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, τόσο η μέχρι το άρτιο διαφορά όσο και η υπέρ το άρτιο διαφορά υπάγεται σε φόρο συγκέντρωσης κεφαλαίου, ανεξάρτητα από τη μελλοντική ή μη κεφαλαιοποίησή της.[7]

 

Γ. Δυνατότητα έκδοσης εταιρικών μεριδίων υπέρ το άρτιο στην ΙΚΕ

Αναφορικά με τη δυνατότητα έκδοσης εταιρικών μεριδίων υπέρ το άρτιο στην ΙΚΕ, σημειώνονται τα εξής. Ο ν. 4072/2012 δεν ρυθμίζει ρητά το ζήτημα. Ωστόσο, σύμφωνα και πάλι με την ανωτέρω υπ’ αρ. 113/2009 Γνωμοδότηση του ΝΣΚ, είναι δυνατή η έκδοση εταιρικών μεριδίων υπέρ το άρτιο στην ΕΠΕ, εφόσον δεν είναι μονοπρόσωπη. Ειδικότερα, το ΝΣΚ διατύπωσε την άποψη ότι «ναι μεν στο Ν.3190/55 «Περί Εταιριών Περιορισμένης Ευθύνης», όπως και στη φορολογική νομοθεσία, δεν υπάρχει ρητή πρόβλεψη για την έκδοση και διάθεση εταιρικών μεριδίων ΕΠΕ υπέρ το άρτιον, όμως η αυτού του τύπου έκδοση από την εταιρία αυτή δεν αντιβαίνει, ούτε στις ρητές διατάξεις του ως άνω νόμου, ούτε στο πνεύμα αυτών και τον χαρακτήρα της Ε.Π.Ε. Είναι επομένως απολύτως νόμιμη.».

Εκ των ανωτέρω και δεδομένου ότι η ΙΚΕ σε πολλές περιπτώσεις εξομοιώνεται τόσο με την ΕΠΕ όσο και με την ΑΕ, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, εφόσον η έκδοση υπέρ το άρτιο εταιρικών μεριδίων της ΙΚΕ δεν αντιβαίνει σε ρητές διατάξεις του ν. 4072/2012, είναι νόμιμη, εφαρμοζόμενων αναλογικά των διατάξεων του κ.ν. 2190/1920 που αφορούν την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο σε ανώνυμες εταιρείες.

Αναφορικά τέλος με το ζήτημα, εάν η ανάληψη εξωκεφαλαιακών ή εγγυητικών εισφορών δύναται να γίνει με έκδοση εταιρικών μεριδίων υπέρ το άρτιο, η απάντηση θα πρέπει να είναι αρνητική, για τους εξής λόγους. Κατά πρώτον, η έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο λαμβάνει χώρα κατά την αύξηση του κεφαλαίου μιας εταιρείας, οπότε και εκδίδει νέες μετοχές με τιμή διάθεσης υψηλότερη της ονομαστικής τους αξίας. Εντούτοις, για την ανάληψη εξωκεφαλαιακών και εγγυητικών εισφορών δεν ακολουθείται η διαδικασία της αύξησης κεφαλαίου, αλλά η διαδικασία του άρθρου 89 του Ν. 4072/2012 («Είσοδος νέου εταίρου – ανάληψη εισφορών από υπάρχοντες εταίρους»). Αντιθέτως, η αύξηση κεφαλαίου συντελείται κατά το άρθρο 90 με νέες εισφορές και γίνεται με την έκδοση νέων μεριδίων κεφαλαιακών εισφορών. Η ανωτέρω πρόβλεψη αντανακλά το γεγονός ότι οι εξωκεφαλαιακές και εγγυητικές εισφορές δεν αποτελούν μέρος του εταιρικού κεφαλαίου και συνεπώς για την ανάληψή τους δεν ακολουθείται η διαδικασία της αύξησης κεφαλαίου. Ως  εκ τούτου, εταιρικά μερίδια ΙΚΕ δύνανται να εκδοθούν σε τιμή υπέρ του αρτίου, μόνο στην περίπτωση που αντιπροσωπεύουν κεφαλαιακές εισφορές.

[1] Γ. Τριανταφυλλάκης ΔικΑΕ 2000 Τ. 2Β, 239.

[2] Βλ. ΣΤΕ 3015/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[3] Βλ. ΣτΕ 4993/1996, ΑΠ 1300/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[4] Βλ. σχετικά Ε. Περάκη, Το Δίκαιο της Ανώνυμης Εταιρείας. Κατ’ άρθρο ερμηνεία του ΚΝ 2190/1920. Τόμος 1 (Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη, 3η έκδοση, 2010), 768-769.

[5] Βλ. σχετικά Περάκη, ο.π.

[6] ΣΤΕ 3015/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[7][7] Βλ. ΓνωμΝΣΚ 113/2009, η οποία έγινε δεκτή από τον Γενικό Γραμματέα Εσόδων με την Εγκ. ΠΟΛ 1044/2014.

Related Posts