Ενίσχυση της προστασίας των εργαζομένων με το Ν. 4554/2018 και δυσχέρειες που προκύπτουν από την εφαρμογή του στις επιχειρησεις

Έχει παρατηρηθεί πως η ανάθεση επιμέρους εξειδικευμένων, απαιτητικών ή επειγουσών εργασιών διαφόρων επιχειρήσεων, συνδεδεμένων και μη, σε ανεξάρτητους εξωτερικούς συνεργάτες (εργολάβους), έχει προσλάβει μεγάλες διαστάσεις στη σύγχρονη επιχειρηματική δραστηριότητα. Πιο συγκεκριμένα, σημαντικό ποσοστό εργαζομένων, προσλαμβάνονται μεν από τον εργολάβο, στην πραγματικότητα όμως παρέχουν την εργασία τους στις εγκαταστάσεις της αναθέτουσας επιχείρησης (εργοδότη) και μάλιστα υπό τη δική της γενική διεύθυνση και εποπτεία, δίχως ωστόσο, να συνδέονται με την επιχείρηση αυτή με κάποια σχέση εργασίας και δίχως να μπορούν να προβάλλουν κάποια αξίωσή τους απέναντί της.

Με τη θέσπιση του πρόσφατου νόμου 4554/2018 και συγκεκριμένα με το άρθρο 9 αυτού, με τίτλο «Ευθύνη αναθέτοντος, εργολάβου και υπεργολάβου έναντι των εργαζομένων», επιχειρήθηκε η αντιμετώπιση του προαναφερθέντος ζητήματος, με τίμημα, θα τολμούσαμε να πούμε, μια βαθιά ρωγμή στην αρχή της σχετικότητας των ενοχών.

i. Περιεχόμενο του άρθρου 9 ν. 4554/2018: 

Η νέα ρύθμιση καθιερώνει την αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ευθύνη του αναθέτοντος (δηλαδή κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου που αναθέτει, στο πλαίσιο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, την εκτέλεση έργου ή τμήματος έργου, σε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο – εργολάβο),του εργολάβου και τυχόν υπεργολάβουέναντι των εργαζομένων των τελευταίων, για την καταβολή των οφειλόμενων αποδοχών, ασφαλιστικών εισφορών, καθώς και των τυχόν οφειλόμενων αποζημιώσεων απόλυσης που απορρέουν από τη συμβατική σχέση μεταξύ του αναθέτοντα και του εργολάβου για το συγκεκριμένο έργο ή τμήμα έργου. Η προαναφερθείσα εις ολόκληρον και αλληλέγγυα ευθύνη, ισχύει για τρία (3) έτη από τη λήξη της σύμβασης μεταξύ αναθέτοντα και εργολάβου. Μάλιστα η παραπάνω ρύθμιση αποτελεί αναγκαστικό δίκαιο και τα συμβαλλόμενα μέρη δεν μπορούν να αποκλείσουν την εφαρμογή της με ειδικότερη συμφωνία. Περαιτέρω, στην παρ. 4 του ως άνω άρθρου καθιερώνεται η υποχρέωση του  εργολάβου να αποστέλλει κάθε μήνα στον αναθέτοντα αποδείξεις καταβολής των αποδοχών, τυχόν οφειλόμενων αποζημιώσεων απόλυσης και βεβαιώσεις καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων του, καθώς και των εργαζομένων του υπεργολάβου σε περίπτωση υπεργολαβίας. Την ίδια υποχρέωση έχει και ο υπεργολάβος έναντι του εργολάβου.

Ο νόμος φαίνεται να καθιερώνει αυστηρή ευθύνη στο πρόσωπο του αναθέτοντος έργο/εργοδότη, δεδομένου μάλιστα ότι ουδεμία σχέση εργασίας συνδέει τον τελευταίο με τους  εργαζόμενους, οι οποίοι έχουν προσληφθεί από τον εργολάβο και εν τοις πράγμασι είναι εξαιρετικά δύσκολο ο αναθέτων να ασκεί πλήρη έλεγχο αναφορικά με το αν ο εργολάβος είναι συνεπής στις υποχρεώσεις του έναντι των εργαζομένων του. Με την εν λόγω διάταξη, υποχρεώνεται, επομένως, ο αναθέτων έργο/εργοδότης, να ικανοποιήσει τυχόν χρηματικές αξιώσεις (μισθούς, ασφαλιστικές εισφορές, αποζημιώσεις) των εργαζομένων του εργολάβου (ή του υπεργολάβου του), δίχως όμως ο ίδιος να συνδέεται μαζί τους με κάποια συμβατική ενοχή.

Ως «αντιστάθμισμα» της παραπάνω ευθύνης του αναθέτοντος, προβλέπεται στην παρ. 5 του ίδιου άρθρου το δικαίωμα αναγωγής του αναθέτοντος έναντι του εργολάβου. Ειδικότερα, ο αναθέτων δύναται να αξιώσει από τον εργολάβο την επιστροφή τυχόν ποσών που αναγκάστηκε να καταβάλλει στους εργαζόμενους του τελευταίου, ως οφειλόμενους μισθούς κ.λ.π. Αντίστοιχα, το ίδιο δικαίωμα αναγωγής διατηρεί και ο εργολάβος έναντι του υπεργολάβου.

Το συγκεκριμένο άρθρο αποτελεί «εξαιρετικού» δικαίου διάταξη, αντίθετη στο σύστημα δικαίου και στην αρχή της σχετικότητας των ενοχών που διαπνέει το αστικό δίκαιο, βάσει της οποίας η σύμβαση κατ΄ αρχήν δημιουργεί δικαιώματα και υποχρεώσεις (ενοχές) μόνο για τα συμβαλλόμενα μέρη. Hρύθμιση αυτή εντάσσεται σε ένα σύνολο διατάξεων εξαιρετικής φύσεως που έχουν θεσπιστεί για την προστασία του πιο αδύναμου μέρους στην εκάστοτε βιοτική σχέση[1], αλλά ταυτόχρονα διαφέρει ποιοτικά από αυτές κατά το ότι αφίσταται σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό από τη θεμελιώδη αρχή της σχετικότητας των ενοχών. Στην περίπτωση του υπό εξέταση άρθρου 9 ν. 4554/2018, η ευθύνη του αναθέτοντος δεν περιορίζεται από κάποιον παράγοντα, αλλά εκτείνεται σε όλο το ποσότης αξίωσης που έχουν οι εργαζόμενοι για το συγκεκριμένο έργο ή τμήμα έργου. Πρακτικά, στην περίπτωση που ο εργαζόμενος επιλέξει να στρέψει τις αξιώσεις του κατά του αναθέτοντος, ο τελευταίος υποχρεούται να καταβάλει το σύνολο των οφειλόμενων αποδοχών, εισφορών ή/και αποζημιώσεων που προκύπτουν από τη σχετική ανάθεση, ακόμη και εάν το ποσό αυτό υπερβαίνει τη συμφωνηθείσα αμοιβή του εργολάβου.

Εύλογα διερωτάται κανείς: σε τι διαφέρει άραγε ο εργοδότης σε σύμβαση κατασκευής οικοδομικού έργου (ΑΚ 702) που φέρει περιορισμένη ευθύνη για τους μισθούς των εργατών του εργολάβου μέχρι το ποσό που οφείλει στον εργολάβο, από τον αναθέτοντα της παρ. 1 του α. 9 ν. 4554/2018 που φέρει απεριόριστη ευθύνη; Αρκεί η λειτουργία του αναθέτοντος στο πλαίσιο της επιχειρηματικής δραστηριότητας για να δικαιολογήσει την επίταση της ευθύνης του; Απάντηση δεν δίνεται ούτε στην αιτιολογική έκθεση του νόμου.

Στην προκειμένη περίπτωση, αντιπαρατίθενται δύο (2) αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα, αυτό της προστασίας των εργαζομένων στην οποία μάλιστα αποβλέπει και η νέα διάταξη (όπως αυτό προκύπτει από την αιτιολογική της έκθεση) και εκείνο της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων η οποία διαπνέει το αστικό δίκαιο εν γένει. Η αιτιολογική έκθεση του νόμου δεν φαίνεται να σταθμίζει επαρκώς την προστασία των εργαζομένων με το καλώς νοούμενο επιχειρηματικό συμφέρον του αναθέτοντος, το οποίο πηγάζει ευθέως από το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας ως προς την οικονομική της έκφανση (α. 5 παρ. 1 Συντάγματος). Η θεσπιζόμενη διαδικασία ελέγχου συμμόρφωσης του εργολάβου από τον αναθέτοντα για την τήρηση της εργατικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας επιβαρύνει τον τελευταίο με σημαντικά διαχειριστικά κόστη και αυξάνει το επιχειρηματικό ρίσκο, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την οικονομική ανάπτυξη.

ii. Ιδιαίτερα ζητήματα-Προβληματική:

  1. Η έννοια του «έργου» και η διάκρισή της από την παροχή ανεξάρτητων υπηρεσιών:

Για την υπαγωγή στη διάταξη της παρ. 1 του α. 9 ν. 4554/2018 απαιτείται ανάθεση ενός «έργου ή τμήματος έργου» από τον αναθέτοντα στον εργολάβο. Σύμφωνα με την ΑΚ 681, σύμβαση έργου είναι η σύμβαση με την οποία ο ένας συμβαλλόμενος (εργολάβος) αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελεί κάποιο έργο και ο αντισυμβαλλόμενος (εργοδότης) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει ως αντάλλαγμα την συμφωνημένη αμοιβή. Η ανωτέρω διάταξη δεν παρέχει νομοθετικό ορισμό του έργου. Ωστόσο, κατά την απολύτως κρατούσα άποψη σε θεωρία και κατά πάγια νομολογία γίνεται δεκτό ότι «έργο είναι το αποτέλεσμα μιας ανθρώπινης δραστηριότητας, το οποίο συνίσταται στη δημιουργία μιας νέας κατάστασης σε σχέση με αυτή που υπήρχε πριν από την τέλεση του έργου».

Το χαρακτηριστικό της σύμβασης έργου είναι η συμφωνία των μερών για την εκτέλεση κάποιου έργου από τον εργολάβο σε καθορισμένο ή όχι χρονικό διάστημα, ανεξαρτήτως του πόση και ποια εργασία θα απαιτηθεί για την περάτωση του έργου.Τα μέρη, δηλαδή, αποβλέπουν στην επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος της εργασίας καθ’ όλο το χρόνο που αυτή παρέχεται, ήτοι στο έργο αυτό καθ’ εαυτό, το οποίο πρέπει να έχει αγοραία αξία αυτοτελή και ανεξάρτητη από την εργασία. Για το λόγο τούτο, άλλωστε, αφ’ ενός προβλέπεται ότι τον κίνδυνο του έργου μέχρι να γίνει η παράδοσή του στον εργοδότη φέρει ο  εργολάβος (ΑΚ 698) και αφ’ ετέρου η σύμβαση έργου λύεται αυτοδικαίως με την ολοκλήρωση και παράδοση του έργου. Αντίθετα, όταν δεν συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις αλλά η συμφωνία των μερών αποβλέπει στην παροχή εργασίας αυτής καθ’ αυτήςχωρίς τα μέρη να αποσκοπούν στην επίτευξη ενός αυθύπαρκτου αποτελέσματος και χωρίς η αμοιβή να συναρτάται με συγκεκριμένο παραδοτέο, τότε γίνεται λόγος για σύμβαση παροχής υπηρεσιών.

Σε κάθε περίπτωση, για τον ορθό χαρακτηρισμό μιας σύμβασης ως σύμβασης εργασίας ή έργου ή σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών, ο οποίος αποτελεί κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας του δικαστηρίου, ερευνώνται οι όροι και οι πραγματικές συνθήκες εκτέλεσης της εργασίας, ενώ δεν ασκεί επιρροή ο νομικός χαρακτηρισμός που δίνεται σε αυτήν από τα μέρη.

Με δεδομένο ότι κατά τα ανωτέρω η υπό εξέταση ρύθμιση εντάσσεται σε ένα σύνολο διατάξεων εξαιρετικής φύσεως, η ερμηνεία της ως προς τις συμβάσεις που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της πρέπει να είναι συσταλτική, έτσι ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της όταν τα πραγματικά περιστατικά δεν υποδεικνύουν σαφώς την ύπαρξη σύμβασης έργου. Συνεπώς ο εφαρμοστής του δίκαιου θα πρέπει να ερμηνεύσει την σύμβαση έργου στενά, προκειμένου να μειωθούν στο ελάχιστο οι υπαγόμενες στην εν λόγω διάταξη περιπτώσεις. Μια τυχόν διασταλτική ερμηνεία της «σύμβασης έργου», θα έθετε σημαντικά εμπόδια στις συναλλαγές, περιορίζοντας υπέρμετρα την ελευθερία επιχειρηματικής δράσης.

  1. Η υποχρέωση του εργολάβου να αποκαλύπτει το εργατικό κόστος στον αναθέτοντα έργο/εργοδότη και οι βαρύτατες επιπτώσεις αυτής στην επιχειρηματικότητα:

Η νέα διάταξη, εκτός από την αντίθετη με την αρχή της σχετικότητας των ενοχών ευθύνη που καθιερώνει στο πρόσωπο του  αναθέτοντος, προβλέπει και αυστηρές υποχρεώσεις εις βάρος του εργολάβου. Πιο συγκεκριμένα, υποχρεώνει τον εργολάβο  να “αποκαλύπτει” στον αναθέτοντα έργο/εργοδότη, το σύνολο του εργατικού κόστους (μισθοί, ασφαλιστικές εισφορές) που απαιτείται για την επίτευξη του έργου, καθώς ο εργολάβος είναι υποχρεωμένος να προσκομίζει στον εργοδότη μηνιαίως αποδείξεις καταβολής των μισθών και ασφαλιστικών εισφορών των εργαζόμενων του. Είναι προφανές ότι πέραν της γραφειοκρατικής διαδικασίας που συνεπάγεται η πρόβλεψη αυτή για τον εργολάβο, με τον τρόπο αυτό ο αναθέτων θα μπορεί εύκολα να υπολογίσει το κέρδος του εκάστοτε εργολάβου, με αποτέλεσμα τον περιορισμό της διαπραγματευτικής δύναμης του τελευταίου και την δέσμευση της ελευθερίας των οικονομικών συναλλαγών.

iii.Συμπεράσματα

Από τα ανωτέρω γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι η νέα διάταξη είναι πολλαπλώς προβληματική και ασυμβίβαστη με την αρχή της σχετικότητας των ενοχών, ενώ παράλληλα διαστρεβλώνει την έννοια της σύμβασης έργου όπως αυτή ορίζεται στο αστικό δίκαιο. Επιπλέον, η εν λόγω διάταξη φαίνεται να προσβάλει τον πυρήνα της συνταγματικά κατοχυρωμένης επιχειρηματικής ελευθερίας, πλήττοντας σοβαρότατα την ελεύθερη οικονομία και επιχειρηματικότητα.

Πέρα όμως από τα καίρια θεωρητικά ζητήματα που ανακύπτουν, και η εφαρμογή της διάταξης στην πράξη αναμένεται να οδηγήσει στην αποθάρρυνση της επιχειρηματικής δράσης και κατ’ επέκταση της απασχόλησης και συνεπώς σε αποτελέσματα αντίθετα από την αρχική βούληση και τον προστατευτικό σκοπό του νομοθέτη, αποβαίνοντας τελικά σε βάρος των συμφερόντων και των ίδιων των εργαζομένων.

 

[1]Βλ. Άρθρο 479 ΑΚ: σε περίπτωση μεταβίβασης ομάδας περιουσίας ή επιχείρησης, ο αποκτών ευθύνεται από κοινού με το μεταβιβάζοντα έναντι των δανειστών της επιχείρησης, ωστόσο έως την αξία των μεταβιβαζόμενων στοιχείων για τα χρέη που ανήκουν στην περιουσία ή την επιχείρηση, και

Άρθρο 702 ΑΚ: σε περίπτωση που μια σύμβαση έργου συνίσταται στην κατασκευή οικοδομικού έργου ή άλλης ακίνητης εγκατάστασης, ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει τον μισθό στους εργάτες που χρησιμοποιεί ο εργολάβος. Ωστόσο και εδώ η υποχρέωση του εργοδότη είναι περιορισμένη, ήτοι έως το ποσό που οφείλει στον εργολάβο.

 

Related Posts